καν

καν
κάν(ε) 1. επίρρ.
1) хотя бы, по крайней мере, даже;

να 'ξερά καν πού κάθεται! — если бы я знал, по крайней мере, где он живёт!;

2) даже не, совершенно, нисколько, ничего (в сочетании с ουδέ, ούτε, χωρίς или в отрицат. предлож.);

δεν ρώτησε καν τί συμβαίνει — он даже не спросил, что происходит;

ούτε καν' στον πατέρα του (δεν) έχει σεβασμό! — он даже своего отца не уважает!;

ούτε καν πίϊρα χαμπάρι — я даже не заметил;

§ καν καί καν — очень много;

είχε φιλενάδες καν και καν — у неё было очень много подруг;

ξοδέψαμε καν και καν γιά να σπουδάσει — мы очень много дотратили на его учёбу;

2. σόνδ. то ли, или;

δε θυμούμαι ποιός μού 'τόπε, καν εσύ καν η γυναίκα σου — я не помню, кто мне об этом сказал, то ли ты, то ли твоя жена


Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужен реферат?

Смотреть что такое "καν" в других словарях:

  • κἄν — κἀν indeclform (conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἆν — κἀν indeclform (conj) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κάν — poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • καν — I (Kan). Ποταμός (629 χλμ.) της Ρωσίας, παραπόταμος του Γενισέι. Πηγάζει από τις βόρειες πλαγιές του Ανατολικού Σαγιάν (Κάνσκοε Μπελογκόριε) και κατά τη ροή του διασχίζει τη μεγάλη κοιλάδα της ομώνυμης δασοστέπας και την οροσειρά Γενισέι. Έχει… …   Dictionary of Greek

  • καν — μόρ. 1. με ελαττωτική έννοια σημαίνει τουλάχιστο, καθόλου: Δεν ήθελε ούτε καν να ακούσει γι αυτόν. 2. ως διαζευκτικός αντί του ή ή: Καν πέρσι καν πρόπερσι πήρε το δίπλωμά του …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • Κἄν ἀπὸ νεκροῦ φέρῃ. — κἄν ἀπὸ νεκροῦ φέρῃ. См. С живого и мертвого …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • Κἄν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ κερδαίνειν. — κἄν ἐπὶ τοῦ νεκροῦ κερδαίνειν. См. С живого и мертвого …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • καν-καν — (can can). Γαλλικός θεατρικός χορός του 19ου αι. με θορυβώδη και άσεμνο, για τα μέτρα της εποχής του, χαρακτήρα. Η ονομασία του πιθανότατα προέρχεται από έκφραση της αργκό της εποχής, που σήμαινε τη θορυβώδη και μπερδεμένη συζήτηση· υπάρχει… …   Dictionary of Greek

  • κἀν — ἐν , ἐν in proclitic indeclform (prep) ἐν , εἰς into doric aeolic (proclitic indeclform prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κἀν' — ἀνά , ἀνά on board indeclform (prep) ἐνί , ἐν in proclitic poetic indeclform (prep) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Κᾶν με χρῆ, διὰ τοῦ πυρὸς Ἐθέλω βαδίζειν. — См. Сквозь огонь и воду …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»